Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πολεμιδκιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

είδος δέντρου, η πολεμιδιά.

Συνώνυμα:

Πομηλιδκιά (η)