Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σαλατικά (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

λαχανικά που είναι κατάλληλα για σαλάτα.

Συνώνυμα:

Σαλατικόν (το)