Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σαμάτζ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το δόντι του «κτενιού» ή της κτένας. 2. βλ. μιλίτζ̌ιν (είδος θάμνου).

Συνώνυμα:

Μιλλόχορτον, Ρούβιν, Ρούδιν, Ρούιν, Σουμάτζ̌ιν (το)