Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σύννωμος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

ο συνονόματος, αυτός που έχει το ίδιο βαφτιστικό όνομα ή επώνυμο με άλλον.

Συνώνυμα:

Συνωνόματος, -η, -ον