Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Συνόξοδα »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. συνέξοα (1. μαζί με τα έξοδα. 2. το ημερομίσθιο).

Συνώνυμα:

Συνόξοα