Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Συνορτζ̌ιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. συνορκιάζω (1. τακτοποιώ. 2. συναρμολογώ. 3. κανονίζω).