Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Συντρολοώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. σαντραολώ (σφεντονίζω, πετώ κάτι μακριά).

Συνώνυμα:

Συντροβολώ, Συντρολίζω, Συντρολώ, Συντροολώ