Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τσουρούιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τσουρίν (1. η κατσικούλα. 2. μτφ. αυτός που τρέχει συνεχώς ξοπίσω κάποιον).