Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τταζέτικος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

ο φρέσκος, ο νεαρός.

Συνώνυμα:

Τταζέτιτζ̌η (η), -ον