Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τταμπάκκης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο ταμπάκης, ο βυρσοδέψης, τεχνίτης ειδικός στην κατεργασία δέρματος.

Συνώνυμα:

Τταπάκκης (ο)