Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πομαυρισούρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μαυρισούρα (1. η μαυρίλα. 2. η έντονη συννεφιά, η νέφωση).