Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πονηστικωμάρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. νηστικωμάρα (η λιμοκτονία, η πείνα σε μεγάλο βαθμό).