Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σαρουππώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. σαρουππίζω (1. περισπώ. 2. κλέβω. 3. ρημάζω. 4. εξαφανίζω. 5. επηρεάζω. 6. αρπάζω).

Συνώνυμα:

Σουρουππίζω