Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σαρτζ̌ιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. αρτζ̌ιάζω (1. δηλητηριάζομαι. 2. παθαίνω μόλυνση).