Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σάτζ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σάτζ̌η (κυρτό μεταλλικό σκεύος, το οποίο θερμαίνεται με φωτιά από το κοίλο μέρος).