Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σύρτης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

μεταλλική ή ξύλινη ράβδος που ασφαλίζει την πόρτα.

Συνώνυμα:

Σφοντζ̌ής (ο), Σφοντζ̌ίν (το), Σφόντζ̌ος (ο)