Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Συφτάννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. προφτάνω. 2. βλ. συφτάζουμαι (θέλω επειγόντως να πάω τουαλέτα).

Συνώνυμα:

Συφτάζω