Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Σφοντζ̌ής (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. είδος δόρατος με κυρτή άκρη, για καθάρισμα του ξυλόφουρνου. 2. βλ. σύρτης (μεταλλική ή ξύλινη ράβδος που ασφαλίζει την πόρτα).
Συνώνυμα:
Σφοντζ̌ίν (το), Σφόντζ̌ος (ο)