Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σφουγγαρόπαννον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σφογγαρόπαννον (σφουγγαρόπανο, χοντρό πανί για το πλύσιμο πατώματος).