Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποπανωπροίτζ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η πρόσθετη προίκα. 2. προμήθεια επιπλέον της νόμιμης ή συμφωνημένης. 3. προίκα που δίνεται εάν η νύφη δεν είναι παρθένα. 4. μτφ. ξαφνικό μαράζι, πόνος, στεναχώρια.

Συνώνυμα:

Πουπανωπροίτζ̌ιν (το)