Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πορουβώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. πορουβίζω (αρχίζω να εμφανίζω κάτω από τους ανθούς μου ρώγες (για τα φυτά), συλλέγω σπόρους, δένω καρπό).