Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σγάμμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ζαφτόν (1. το λαξεμμένο, το σκαμμένο. 2. περιοχή για αφαίρεση χώματος. 3. το λάκκωμα).

Συνώνυμα:

Ζγαφτόν, Σγαφτόν (το)