Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ταιρκασμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

ο ταιριασμένος, ο αρμόζων.

Συνώνυμα:

Ταιρκαστός, -ή, -όν