Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τάισμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τάιμαν (1. η παροχή τροφής. 2. η τροφή. 3. μτφ. ο χρηματισμός, η δωροδοκία).