Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ταλιαδώρος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο ξυλογλύπτης που φτιάχνει γλυπτά κυρίως για τα τέμπλα των εκκλησιών.