Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ταμπαρκάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ταμπαρίσκω (διατηρώ κρέας ή ψάρι σε μείγμα, μαρινάρω).