Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ταμπουρλέκκιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ταμπουλέκκιν (το ταμπούρλο).

Συνώνυμα:

Ταμπούριν, Τταμπουλέκκιν (το)