Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παρασύρνω »

Ρήμα

Σημασία:

1. παρασύρω. 2. μτφ. α) συναρπάζω. β) ξεμυαλίζω. γ) εξαπατώ.