Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παραώννω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. παραδώννω (1. μεταφέρω γνώσεις σε κάποιον. 2. δίνω κάτι στον δικαιούχο. 3. διδάδκω. 4. πεθαίνω).