Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποσκατούριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κατουρέλλιν (ειδικό δοχείο για ούρηση ή αφόδευση, το καθίκι).