Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σέρτουρα μέρτουρα »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σέρτουλα μέρτουλα (υφασμάτινες λωρίδες που αντικαθιστούσαν τις κάλτσες).