Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σικκιρτώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. σικκιρτίζω (1. εκνευρίζομαι. 2. πιέζομαι. 3. βαριέμαι. 4. δυσκολεύομαι. 5. τρελαίνομαι).