Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ταντζ̌ύζει »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ταντζ̌εύκει [γίνεται οξύ (για λάδι που αλλοιώνεται)].

Συνώνυμα:

Ταντζ̌ιάζει, Ταντζ̌ιανίσκει, Ταντζ̌υνίσκει