Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παρράκκα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μπαράκκα (η παράγκα, οίκημα πρόχειρο από σανίδες, λαμαρίνες κτλ).

Συνώνυμα:

Παράγκα (η)