Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παρταλός, -ή, -όν »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. πάρταλος (1. ο παρδαλός. 2. μτφ. α) ο αισχρός. β) ο ακαθόριστος).