Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πασαλείφω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. πασαλείφκω (1. αλείφω μια επιφάνεια επιπόλαια ή άτεχνα. 2. λερώνω).