Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πασαλοΐτικος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. πασαλλοϊτικος (1. ο αλλιώτικος. 2. ο κάθε είδους).