Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποταυρίζουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

1. απλώνω τα χέρια για να φτάσω κάτι. 2. μτφ. προθυμοποιούμαι.

Συνώνυμα:

Ποταυρίζω