Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τέρμενον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το τέρμινο, απροσδιόριστη χρονική μονάδα που χρησιμοποιείται κυρίως ειρωνικά.

Ετυμολογία:

τέρμινο < μεσαιωνική ελληνική τέρμινον < παλαιά ιταλική termino (ιταλική termine)< λατινική terminus

Συνώνυμα:

Τέρμινον (το)