Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τερτζ̌ελλονούρης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. γριτζ̌ελλόρος (ο σκορπιός).

Συνώνυμα:

Κατσινιόρος, Τερτζ̌ελλόρος, Χριτζ̌ελλόρος (ο)