Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Παστριτζ̌ή (η) »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. παστρικός (1. ο διαφανής. 2. ο καθαρός, αυτός που αγαπάει την καθαριότητα 3. μτφ. α) ο ηθικός. β) (στο θηλυκό): η γυναίκα μη αυστηρών ηθικών αρχών, η σουρλουλού).