Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πατσάλα (η) »

Επίθετο

Σημασία:

1. το φίδι, η φίνα. 2. βλ. πάτσαλος (1. ο παρδαλός. 2. ο στιγματισμένος με άσπρες και μαύρες βούλες. 3. ο φακιδιάρης).

Συνώνυμα:

Πατσάλιν, Πατσαλίν (το)