Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποτουντουνώ »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ποτουντουνίζω (1. ξεσφίγγω. 2. χάνω την πεποίθησή μου. 3. κορδώνομαι).