Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ποτσού (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ποτσίν (το μπουκαλάκι, το φιαλίδιο).

Συνώνυμα:

Ποτσούιν (το)