Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πουλασ̌κίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. απευθύνω δριμύτατες παρατηρήσεις. 2. θίγω.

Συνώνυμα:

Πουλαστ̌ίζω