Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πουλλάδα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. πουλλάα (η πουλάδα, η νεαρή όρνιθα).

Συνώνυμα:

Πουλλαού, Πουλλού, Πουλλούα (η)