Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκαμμάτισμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σκάμμαν (1. το σκάμμα, το όρυγμα. 2. η πλύση σε σκάφη).