Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκαρπέττα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. μεσοφόριν (το μεσοφόρι, είδος φούστας που φοριέται κάτω από το φόρεμα). 2. παλαιό γυναικείο φόρεμα.