Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκαρπίνη (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

χαμηλό παπούτσι που δένεται με κορδόνια.

Συνώνυμα:

Σκαρπίνιν (το)