Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Σκαρφημένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

(στο ουδέτερο) κτυπημένο φρούτο από την κακοκαιρία.

Συνώνυμα:

Σκαρφωμένος, -η, -ον